η απορρόφηση των μετάλλων

Τα μέταλλα απορροφούνται από το λεπτό έντερο και, συγκεκριμένα, απ’ το άνω τμήμα του λεπτού εντέρου, τα τοιχώματα του οποίου είναι φορτισμένα με αρνητικά φορτία.  Από την άλλη, όταν τα μέταλλα εισέλθουν στον οργανισμό, είτε σαν συστατικά της τροφής, είτε με κάποιο συμπλήρωμα διατροφής, αποκτούν ένα θετικό φορτίο (οπότε ονομάζονται θετικώς φορτισμένα ιόντα).  Έτσι, όταν τα μέταλλα φθάσουν στο λεπτό έντερο, δεν μπορούν αν απορροφηθούν από αυτό. διερχόμενα μέσα από τα τοιχώματά του, αλλά προσκολλώνται στα τοιχώματα, επειδή ελκύονται από το αρνητικό τους φορτίο.  Το αποτέλεσμα είναι τα ιόντα των μετάλλων, μη μπορώντας να περάσουν τα εντερικά τοιχώματα και παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ίδια θέση, να παρασύρονται μαζικά από τις τροφές που κατέρχονται από το στομάχι και να χάνονται για τον οργανισμό, αφού δεν είναι δυνατόν να απορροφηθούν σε άλλα κατώτερα σημεία του εντέρου.  Όσα όμως εξακολουθήσουν να παραμένουν προσκολλημένα θα πρέπει να ενωθούν με αμινοξέα που προέρχονται από την πέψη, ώστε να μπορέσουν με την μορφή πλέον χηλικής ένωσης να περάσουν τα εντερικά τοιχώματα και να φθάσουν στο κυκλοφορικό σύστημα.  Εάν δεν συμβεί αυτό, είτε επειδή δεν υπάρχουν τα κατάλληλα αμινοξέα, είτε επειδή η ποσότητα τους είναι ανεπαρκής, τότε τα μέταλλα (τα ιόντα των μετάλλων) δεν μπορούν να απορροφηθούν και είναι δυνατόν να προκαλέσουν παρενέργειες, πράγμα που δεν είναι ασυνήθιστο με τα συμπληρώματα μετάλλων.  Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η μεγάλη αξία των συμπληρωμάτων που περιέχουν χηλικοποιημένα μέταλλα (chelated minerals). Φυσικά εννοούμε την πλήρη και σταθερή χηλικοποίηση, όπως θα δούμε παρακάτω. Η λέξη χηλικοποίηση (chelation) σημαίνει την ικανότητα ορισμένων ουσιών, κυρίως αμινοξέων, να σχηματίζουν ένα δακτύλιο γύρω από ένα άτομο μετάλλου και να το «κρατούν» συνδεδεμένο σαν να «γαντζώνονται» από αυτό με ένα γαμψό νύχι ( Η λέξη chelation προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «χηλή» που σημαίνει ακριβώς «νύχι πτηνού» ).  Αν λάβουμε υπόψιν ότι τα μέταλλα στην ατομική τους μορφή είναι τοξικά για τον οργανισμό και ότι όλα τα μέταλλα που υπάρχουν στους ανθρώπινους ιστούς είναι σε μορφή χηλικών (με αμινοξέα) ενώσεων, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τη σημασία που έχει ένα συμπλήρωμα διατροφής που περιέχει μέταλλα χηλικοποιημένα με αμινοξέα. Ένα πλήρως χηλικοποιημένο μέταλλο, προστατευμένο από το δακτύλιο των αμινοξέων, μπορεί πλέον να διέλθει μέσω των τοιχωμάτων του εντέρου χωρίς να συγκρατείται από τα αρνητικά φορτία του και να φθάσει την γενική κυκλοφορία, δηλ. να γίνει βιοδιαθέσιμο.

————————————————————————————————————————–

η απορρόφηση του σιδήρου

Ένας υγιής άνθρωπος με φυσιολογικές τιμές αιμοσφαιρίνης απορροφά συνήθως μόνο το 5 με 10% του σιδήρου που περιέχεται στις τροφές, ενώ η απορρόφηση μπορεί να φτάσει και στο 50% σε άτομα με σιδηροπενική αναιμία. Ο σίδηρος βρίσκεται στην τροφή με δύο μορφές, ως αιμικός και ως μη αιμικός. Ο αιμικός σίδηρος είναι εύκολα απορροφήσιμος, απορροφάται σε ποσοστό 10 με 30% και αποτελεί περίπου το 50% με 60% του σιδήρου που βρίσκεται στο κόκκινο κρέας, στα πουλερικά και στα ψάρια. Ο μη αιμικός σίδηρος περιέχεται κυρίως στα φυτικά προϊόντα (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια και ξηρούς καρπούς), στα γαλακτοκομικά και τα αυγά και απορροφάται σε ποσοστό μόλις 2 με 10%.

Την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου αυξάνει η βιταμίνη C και οι ζωικές πρωτεΐνες που περιέχονται στο κόκκινο κρέας, τα πουλερικά και το ψάρι. Για καλύτερη λοιπόν απορρόφηση του σιδήρου από τροφές που περιέχουν μη αιμικό σίδηρο συνιστάται να συμπεριλαμβάνουμε στο γεύμα μας τροφές που αποτελούν πλούσιες πηγές της βιταμίνης C, όπως τα πορτοκάλια, το πεπόνι, το κουνουπίδι, το μπρόκολο, τα λαχανάκια Βρυξελλών, τις πράσινες πιπεριές, το γκρέιπφρουτ, τα λεμόνια και τις φράουλες. Για παράδειγμα, οι φακές αποτελούν μία πολύ καλή πηγή σιδήρου, που είναι όμως μη αιμικός, άρα και πολύ λίγο απορροφήσιμος. Αν όμως μαζί με τις φακές καταναλώσουμε λίγο ψάρι (πηγή ζωικής πρωτεΐνης) και συνοδεύσουμε το γεύμα μας με μία σαλάτα μπρόκολο και ένα χυμό πορτοκάλι (πηγές βιταμίνης C) η απορρόφηση του σιδήρου της φακής θα αυξηθεί κατά πολύ.

Αντιθέτως, διατροφικοί παράγοντες που έχει αποδειχτεί ότι μειώνουν την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου είναι οι κάτωθι:

  • Οι τανίνες που περιέχονται στο τσάι. Έχει αποδειχτεί ότι η κατανάλωση τσαγιού μαζί με μία πηγή σιδήρου μπορεί να μειώσει την απορρόφηση αυτού μέχρι και 60%, ενώ η κατανάλωση καφέ με ή αμέσως μετά το γεύμα μπορεί να μειώσει την απορρόφηση κατά 40%.
  • Τα οξαλικά οξέα που περιέχονται για παράδειγμα στο σπανάκι, στα παντζάρια, στη σοκολάτα, στο τσάι κλπ.
  • Οι φυτόλες που περιέχονται στο καλαμπόκι και στα προϊόντα ολικής αλέσεως.
  • Το EDTA, ένα συντηρητικό που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία τροφίμων.
  • Το ασβέστιο και ο ψευδάργυρος.

Η συγχορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου και σιδήρου έχει ως συνέπεια τη μείωση της απορρόφησης του σιδήρου κατά 40% με 60%. Παρόλα αυτά, η επίδραση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα συμπληρώματα ασβεστίου αλλά και η συγχορήγηση γάλακτος μπορεί να επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα. Για το λόγο αυτό δεν συνιστάται τα συμπληρώματα σιδήρου να λαμβάνονται μαζί με κάποια πηγή ασβεστίου. Επίσης, δεν συνιστάται η συγχορήγηση συμπληρωμάτων ψευδαργύρου και σιδήρου, διότι τα δύο αυτά μέταλλα είναι ανταγωνιστές εφόσον χρησιμοποιούν τους ίδιους υποδοχείς για την απορρόφησή τους.

Advertisements
This entry was posted in χημεία Γ γυμν., βιολογία Α γυμν. and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s