τα μίγματα κ΄ τα διαλύματα

Οι καθαρές ουσίες χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένη σύσταση, έχουν συγκεκριμένες φυσικές σταθερές και περιέχουν 1 είδος κρυστάλλων ή μορίων ή ατόμων.Τις διακρίνουμε σε στοιχεία ( είναι απλές ουσίες – έχουν ένα μόνο συστατικό – δε διασπώνται σε απλούστερες ουσίες ) και σε ενώσεις ( είναι σύνθετες ουσίες – έχουν πολλά συστατικά – διασπώνται σε απλούστερες ουσίες  ) . Όταν αναμιγνύουμε τις καθαρές ουσίες , τότε ή δημιουργούνται νέες ουσίες διαφορετικές από αυτές που αναμείξαμε δηλαδή γίνεται χημική αντίδραση ή  συνεχίζουμε να έχουμε τις ουσίες που αναμείξαμε διατηρώντας τις περισσότερες ιδιότητές τους ( κάποιες ιδιότητες μπορεί να τις έχουν χάσει π.χ. μπορεί να έχουν αλλάξει φυσική κατάσταση ) . Στη δεύτερη περίπτωση λέμε ότι έχει σχηματιστεί ένα μείγμα των ουσιών που αναμείξαμε . Η σύσταση των μιγμάτων δεν είναι πάντα η ίδια και μεταβάλλεται ανάλογα με τις ποσότητες των ουσιών που αναμιγνύουμε .Τα μίγματα τα λέμε ομογενή  ή διαλύματα , αν δε διακρίνουμε τα συστατικά τους ούτε καν με απλό μικροσκόπιο ,αλλιώς τα λέμε σε ετερογενή .

ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ (ΟΜΟΓΕΝΗ ΜΙΓΜΑΤΑ):

1.  Τα συστατικά τους δεν διακρίνονται ούτε με το μάτι, ούτε με μεγεθυντικό φακό, ούτε με απλό μικροσκόπιο.

2.  Ο διαλύτης δεν αλλάζει φυσική κατάσταση ενώ οι διαλυμένες ουσίες αλλάζουν φυσική κατάσταση π.χ. στο αλατόνερο διαλύτης είναι το νερό – ο διαλύτης βρίσκεται στη μεγαλύτερη αναλογία ενώ οι διαλυμένες ουσίες στη μικρότερη αναλογία π.χ. στο διάλυμα αλκοόλης-νερού διαλύτης μπορεί να είναι η αλκοόλη ή το νερό ανάλογα με το ποιο συστατικό είναι το περισσότερο.

3. Τα διαλύματα χαρακτηρίζονται στερεολύματα ή  υγρολύματα ή αερολύματα.

4.  Όταν σε ένα διάλυμα μπορεί να διαλυθεί και άλλη ποσότητα (διαλυμένης) ουσίας τότε το διάλυμα χαρακτηρίζεται ακόρεστο. Όταν σε ένα διάλυμα δε μπορεί να διαλυθεί και άλλη ποσότητα διαλυμένης ουσίας τότε το διάλυμα χαρακτηρίζεται κορεσμένο – προφανώς το κορεσμένο διάλυμα περιέχει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα διαλυμένης ουσίας. Αυτή τη μέγιστη ποσότητα της διαλυμένης ουσίας μας τη δείχνει η διαλυτότητα της ουσίας. Μερικές φορές όμως παραδόξως διαλύεται περισσότερη ουσία από αυτή που μας δείχνει η διαλυτότητα της ουσίας, και τότε το διάλυμα χαρακτηρίζεται υπέρκορο. Το υπέρκορο διάλυμα είναι ασταθές και εύκολα μετατρέπεται σε κορεσμένο, και η παραπάνω ποσότητα της ουσίας που παραδόξως είχε διαλυθεί θα παραμείνει τελικά αδιάλυτη.               Όλα τα προηγούμενα αναφέρονται σε ορισμένη πάντα θερμοκρασία.

5.  ΚΡΥΑ και  ΖΕΣΤΑ ΕΠΙΘΕΜΑΤΑ  Η αριστερή κομπρέσα

kompreses

περιέχει ένα εσωτερικό σακίδιο με νιτρικό αμμώνιο (ΝΗ4 ΝΟ3 ) το οποίο όταν σπάσει  επιτρέπει στο ΝΗ4 ΝΟ3 να διαλυθεί στο νερό. Η διάλυση αυτή είναι ενδόθερμη (απορροφάται θερμότητα) και έτσι  η κομπρέσα ψύχει – δες το βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=Sg6VVWjcVNA
Το εσωτερικό σακίδιο της δεξιάς κομπρέσας περιέχει χλωριούχο ασβέστιο (CaCl2 ). Όταν  σπάσει το εσωτερικό σακίδιο, το CaCl2 διαλύεται στο νερό εξώθερμα (εκλύεται θερμότητα) και έτσι η κομπρέσα θερμαίνει.

# Πως διαλύεται στo νερό μια ιοντική ένωση όπως το αλάτι :

http://phet.colorado.edu/en/simulation/soluble-salts ( να κάνετε λήψη της προσομοίωσης )

δες και αυτό το applet :     http://users.sch.gr/ppoulio/dokimastiko/animation/dialisi%20NaCl.swf

δες αυτά τα βίντεο για τον έλεγχο της διαλυτοποίησης διαφόρων ουσιών στο νερό : https://www.youtube.com/watch?v=HwWVLjEx6zo

 

Advertisements
This entry was posted in χημεία Β γυμν. and tagged , , . Bookmark the permalink.